κριμαϊκός

κριμαϊκός
η , ό[ν] крымский

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Поможем написать реферат

Смотреть что такое "κριμαϊκός" в других словарях:

  • κριμαϊκός — ή, ό [Κριμαία] αυτός που ανήκει η αναφέρεται στην Κριμαία)«Κριμαϊκός πόλεμος») …   Dictionary of Greek

  • κριμαϊκός — ή, ό που ανήκει ή αναφέρεται στην Κριμαία: Κριμαϊκός πόλεμος …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • Κριμαϊκός πόλεμος — Οι πολεμικές επιχειρήσεις οι οποίες διεξήχθησαν από το 1854 έως το 1856 στην Κριμαία, μεταξύ των Ρώσων από το ένα μέρος και ενός συνασπισμού Άγγλων, Γάλλων και Τούρκων από το άλλο, στους οποίους προσχώρησε το 1855 και το Πεδεμόντιο (Πιεμόντε). Η… …   Dictionary of Greek

  • αμπάς — I Όνομα δύο αντιβασιλέων (χεδίβηδων) της Αιγύπτου. 1. Α. Α’ (1813 – 1854).Αντιβασιλιάς της Αιγύπτου (1848 54). Εγγονός του Μωχάμετ Άλη, το 1830 έλαβε μέρος στους πολέμους του παππού του στη Συρία. Μετά τον θάνατο του θείου του Ιμπραήμ πασά (1848) …   Dictionary of Greek

  • μάντακας — Επώνυμο οικογένειας Κρητικών αγωνιστών, από το χωριό Λάκκοι της επαρχίας Κυδωνίας του νομού Χανίων. 1. Αναγνώστης (; – Λάκκοι 1918). Πήρε μέρος στην επανάσταση του 1841 και διακρίθηκε για την ανδρεία του στις μάχες του Προβάρματος (Αποκορώνου)… …   Dictionary of Greek

  • πολιορκία — Σύνολο των επιχειρήσεων που γίνονται γύρω από μια οχυρή θέση, με σκοπό την άμεση κατάληψή της ή τον εξαναγκασμό της σε παράδοση. Μια π. απαιτεί τη χρήση όπλων, κατάλληλου υλικού και προπαρασκευές, εκτός από τη λήψη όλων των απαραίτητων μέτρων για …   Dictionary of Greek

  • Ανατολικό Ζήτημα — Ονομάστηκε έτσι η πολύπλοκη πολιτική κατάσταση που δημιουργήθηκε στη Βαλκανική χερσόνησο και στην Εγγύς Ανατολή από τον ανταγωνισμό των Μεγάλων Δυνάμεων οι οποίες, παρακολουθώντας την εξασθένηση της Οθωμανικής αυτοκρατορίας, κυρίως μετά την… …   Dictionary of Greek

  • Κοζάκης-Τυπάλδος — Επώνυμο κλάδου της οικογένειας των Τυπάλδων (βλ. λ. Τυπάλδος), από την Κεφαλονιά. Θεωρείται ότι το σκέλος Κ. προήλθε από επιγαμία με κόρη Βενετού ευγενούς (Cosacchi). Τα κυριότερα μέλη της είναι: 1. Αγαθάγγελος (Ανδρέας Κοζάκης Τυπάλδος, Ληξούρι… …   Dictionary of Greek

  • Ναπολέων Γ’ — (Napoleon III, Παρίσι 1808 – Τσίσλεχερστ, Αγγλία 1873). Αυτοκράτορας των Γάλλων. Το όνομά του ήταν Λουδοβίκος Ναπολέων Βοναπάρτης, γιος του βασιλιά της Ολλανδίας Λουδοβίκου, αδελφού του Ναπολέοντα A’, και της Ορτάνς ντε Μποαρνέ. Μετά την πτώση… …   Dictionary of Greek

  • Παρίσι — (Paris) Πρωτεύουσα της Γαλλίας και ένα από τα μεγαλύτερα πολιτικά, πνευματικά, εμπορικά, βιομηχανικά και οικονομικά κέντρα του κόσμου. Από τις πιο πυκνοκατοικημένες περιοχές γύρω από το αστικό κέντρο του Παρισιού ξεχωρίζουν οι: Αρζαντέιγ, Ανιέρ… …   Dictionary of Greek

  • Τάρλε, Γιεβγκένι Βικτόροβιτς — (1875 – 1955). Σοβιετικός ιστορικός. Διετέλεσε καθηγητής στο Ταρτού και στην Πετρούπολη. Ειδικεύτηκε στη μελέτη της οικονομικής και κοινωνικής ιστορίας της Γαλλικής επανάστασης και της A’ Αυτοκρατορίας. Έγραψε διάφορα έργα τα σημαντικότερα από τα …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»